αγγελιοφόρος

[ангелиафорос] ουσ. а. вестник, курьер,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγγελιοφόρος" в других словарях:

  • αγγελιοφόρος — ο ο αγγελιαφόρος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγγελιαφόρος (< ἀγγελία + φόρος < φέρω) το ο αντί του α από γενίκευση τού χαρακτηριστικού φωνήεντος ο τής συνθέσεως πρβλ. αγγελιοδότης, σημαιοφόρος, ακανθοφόρος, αιμοφόρος, τροπαιοφόρος, μαχαιροφόρος,… …   Dictionary of Greek

  • αγγελιοφόρος — ο αυτός που φέρνει την είδηση, μαντατοφόρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξάγγελος — ο 1. αυτός που γνωστοποιεί κάτι προς τους έξω, αγγελιοφόρος. 2. αγγελιοφόρος στο αρχαίο δράμα, που αναγγέλλει στη σκηνή όσα γίνονται μες στο ανάκτορο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Drama, Greece — Drama Δράμα Location …   Wikipedia

  • Georges Leonardos — (en grec Γιώργος Λεονάρδος) est un journaliste et écrivain grec de romans historiques. Georges Leonardos Nom de naissance Georges Surnom …   Wikipédia en Français

  • αγγελιαφόρος — Αυτός που φέρνει ειδήσεις, αγγελίες ή διαγγέλματα. Οποιοδήποτε άτομο που, είτε περιστασιακά είτε επαγγελματικά, έχει εξουσιοδοτηθεί να διαβιβάσει προφορικά ή γραπτά εντολές, παραγγελίες, μηνύματα ή σχέδια. Η χρησιμοποίηση α. ήταν σε παλαιότερες… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γλώσσα — ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις αρχαιότερες γλώσσες στον κόσμο και οπωσδήποτε η παλαιότερη ζωντανή γλώσσα στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες αρχαίες γλώσσες που χάθηκαν μαζί με τους λαούς που τις μιλούσαν, όπως η… …   Dictionary of Greek

  • Ινιάρο, Λούις — (Louis Ignarro, Νέα Υόρκη 1941 –). Αμερικανός φαρμακολόγος, ιταλικής καταγωγής. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και έκανε τη διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, στη Μινεάπολη των ΗΠΑ. Mαζί με διακεκριμένους …   Dictionary of Greek

  • Κοτσιουμπίνσκι, Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς — (Mikhail Mikhailovich Kotsiubinsky, 1864 – 1913). Ουκρανός συγγραφέας. Αρχικά ασχολήθηκε με λαϊκά διηγήματα που απευθύνονταν κυρίως στους νέους, όπως Το έλατο (1891), Η μάγισσα (1892), Ο μικρός αμαρτωλός (1893). Αργότερα στράφηκε στον… …   Dictionary of Greek

  • Λβοφ, Αντρέ — (Αndré Lwof, Ενέ λε Σατό 1902 – 1994). Γάλλος μικροβιολόγος, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός. Σπούδασε ιατρική και μικροβιολογία στο ινστιτούτο Παστέρ, ενώ εργάστηκε σε ερευνητικά εργαστήρια της Χαϊδελβέργης και του Κέιμπριτζ. Δίδαξε ως καθηγητής …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.